Λόγω της αμφοτερόπλευρης απόφραξης των σαλπίγγων η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι η μέθοδος εκλογής για να ξεπεραστεί το πρόβλημα. Από εκεί και πέρα όλες οι επιλογές είναι συζητήσιμες. Συνήθως η χρήση μεθόδων ελάχιστης ή και καθόλου διέγερσης των ωοθηκών εφαρμόζεται σε ζευγάρια με ορισμένες ενδείξεις όπως: ιστορικό κακοήθους νόσου του μαστού και των ωοθηκών, σε ηπατοπάθεια, σε ιστορικό πολυκυστικών ωοθηκών και υπερδιέγερσης σε προηγούμενο κύκλο, σε πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια αλλά και σε γυναίκες ηλικίας >42 ετών όπου η χορήγηση φαρμάκων για διέγερση των ωοθηκών και πολλαπλή ωοθυλακιορρηξία, συνήθως δεν έχει κανένα αποτέλεσμα. Στις περιπτώσεις αυτές, είτε γίνεται υπερηχογραφική παρακολούθηση του ωοθυλακίου που ωριμάζει φυσιολογικά σε κάθε κύκλο, και όταν φτάσει τα 18mm το αναρροφούμε και γονιμοποιούμε το ωάριο εάν αυτό υπάρχει στο εργαστήριο, είτε προχωρούμε σε λήψη του ωθυλακίου όταν είναι πολύ μικρό 12mm, ωριμάζοντάς το στο εργαστήριο πριν το γονιμοποιήσουμε (IVM). Και οι δύο μέθοδοι έχουν χαμηλά ποσοστά επιτυχίας που δεν ξεπερνούν το 12-20% ανάλογα με την ηλικία. Η παραπάνω διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί σε διαδοχικούς φυσικούς κύκλους, οπότε τα έμβρυα που προκύπτουν κρυοψύχονται (vitrification), και αφού συγκεντρώσουμε 2-3, μεταφέρονται σε έναν επόμενο κύκλο. Όπως διαπιστώνεται είναι μια διαδικασία χρονοβόρα με αποτελέσματα μικρότερα της εξωσωματικής με διέγερση των ωοθηκών όπου στόχος είναι η πρόκληση πολλαπλής ωοθυλακιορρηξίας, η λήψη και γονιμοποίηση πολλών ωαρίων, γεγονός που αυξάνει τα ποσοστά επίτευξης κύησης από την πρώτη κιόλας προσπάθεια σε ποσοστό 30-60% περίπου ανάλογα πάλι με την ηλικία της γυναίκας. Άρα η απάντηση στην ερώτηση σας είναι καταφατική εάν επιθυμείτε εξωσωματική σε φυσικό κύκλο, αλλά τα ποσοστά επιτυχίας είναι μειωμένα σε σχέση με την κλασική εξωσωματική.
