Η παρουσία ανωμαλιών των σπερματοζωαρίων έχει να κάνει αποκλειστικά με τη διαδικασία της σπερματογένεσης και δυστυχώς οι δυνατότητες παρέμβασής μας είναι μηδαμινές. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, εάν οι ομαλές μορφές των σπερματοζωαρίων είναι λιγότερες από 14% τότε το σπέρμα θεωρείται ότι έχει πρόβλημα. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι σε εφαρμογή μεθόδων εξωσωματικής η γονιμοποίηση του ωαρίου πρέπει να γίνει με τη μέθοδο της μικρογονιμοποίησης (ICSI), επιλέγοντας το καλύτερο μορφολογικά σπερματοζωάριο (μέθοδος IMSI) ώστε να αυξήσουμε τις πιθανότητες κύησης. Με τον τρόπο αυτό απαιτείται ένα σπερματοζωάριο με καλά χαρακτηριστικά για τη γονιμοποίηση ενός ωαρίου. Σε περίπτωση που με τον παραπάνω τρόπο προκύψουν αποβολές στο 1ο τρίμηνο καταφεύγουμε στην περαιτέρω διερεύνηση του σπέρματος με τις μεθόδους DNA-fragmentation, FISH. Στην 1η μέθοδο καταγράφεται το ποσοστό κατακερματισμού του DNA των σπερματοζωαρίων και στη 2η το ποσοστό ανευπλοειδίας και χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Στην περίπτωση ανευπλοειδιών απαιτείται προεμφυτευτικός έλεγχος των εμβρύων (PGS) ώστε να επιλεγεί το χρωμοσωμικά ευπλοειδικό και να επιτύχουμε βιώσιμη κύηση. Τις παραπάνω μεθόδους δυνατόν να τις χρησιμοποιήσουμε και προκαταβολικά πριν την εφαρμογή δηλαδή της εξωσωματικής ώστε να είμαστε προετοιμασμένοι για την πιθανότητα προεμφυτευτικού ελέγχου και να αποφύγουμε την ψυχολογική επιβάρυνση των εξωσωματικών και των αποβολών. Επίσης μπορούμε να τις παρακάμψουμε τελείως και από επιλογή μας να προχωρήσουμε απευθείας στον προεμφυτευτικό έλεγχο. Δεν είναι ξεκάθαρο επιστημονικά ποιος δρόμος είναι καλύτερος, καθώς οι εξετάσεις είναι εξειδικευμένες (γίνονται επί ενδείξεων αποβολών) και επιπλέον έχουν ένα κόστος. Το αποτέλεσμα των εξετάσεων μπορεί να είναι φυσιολογικό, οπότε εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι δεν έπρεπε να γίνουν προκαταβολικά και χωρίς την ύπαρξη ιατρικών ενδείξεων.
