ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Ρωτήστε τον Γιατρό

Στην ενότητα αυτή θα βρείτε απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται συχνά σχετικά με θέματα που αφορούν στους τομείς της εξωσωματικής γονιμοποίησης, της εμβρυομητρικής ιατρικής, της γενετικής και της μοριακής βιολογίας. Μπορείτε να αποστέλλετε τα ερωτήματα και τις απορίες σας στην ομάδα των καταξιωμένων συνεργατών μας, που αναλαμβάνει να απαντά υπεύθυνα, γρήγορα και έγκυρα στα μηνύματά σας.

Η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι η γονιμοποίηση έξω από το σώμα: αντί δηλαδή η γονιμοποίηση του ωαρίου από το σπερματοζωάριο να γίνει στο φυσικό περιβάλλον, που είναι η σάλπιγγα της γυναίκας, γίνεται στο εργαστήριο. Είναι ουσιαστικά η παράκαμψη μιας συγκεκριμένης λειτουργίας του οργανισμού, όταν, για διαφόρους λόγους, δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Η εξωσωματική γονιμοποίηση αναπτύχθηκε αρχικά απευθυνόμενη σε μία ομάδα ασθενών με απουσία ή δυσλειτουργία των σαλπίγγων (ωαγωγών). Για το λόγω αυτό, ο αρχικός στόχος της εξωσωματικής υπήρξε η προσομοίωση των συνθηκών του ανθρώπινου σώματος στο εργαστήριο. Σήμερα, η προσομοίωση αυτών των συνθηκών παραμένει απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή εξωσωματική γονιμοποίηση, ενώ παράλληλα οι διάφορες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται, καλύπτουν πλέον ένα ευρύ φάσμα ασθενών, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων υπογονιμότητας άγνωστης αιτιολογίας και ανδρικής υπογονιμότητας.

Το φύλο, εκτός από τις περιπτώσεις των φυλοσύνδετων νοσημάτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί αιτία νόσησης, ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στις δικαιοδοσίες και στα καθήκοντα του θεράποντος ιατρού, που συνίστανται στην προστασία της υγείας των ασθενών του και όχι στην ικανοποίηση των οποιοδήποτε άλλων επιθυμιών τους.

Όσο αφορά τον καθορισμό φύλου με τον προεμφυτευτικό έλεγχο πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει σοβαρή υποψία για κίνδυνό μετάδοσής φυλοσύνδετου νοσήματος. Είναι ανήθικος ο καθορισμός του φύλου σε περιπτώσεις που κάποια οικογένεια θέλει να αποκτήσει απογόνους και των δυο φύλων. Τα προβλήματα που θα προκύψουν αν δεν εφαρμοστούν μέτρα για το πότε επιτρέπεται ή όχι ο καθορισμός φύλου είναι πολλά και τα σοβαρότερα είναι η δημογραφική συρρίκνωση και παραμόρφωση.

Μερικές γυναίκες πιθανόν να αποβάλλουν εξαιτίας χαμηλών επιπέδων της ορμόνης προγεστερόνης. Η προγεστερόνη παράγεται μετά την ωορρηξία και είναι απαραίτητη για την εγκυμοσύνη, γιατί βοηθάει στην εμφύτευση του εμβρύου. Όταν τα επίπεδα αυτής της ορμόνης είναι χαμηλά, τότε είναι δύσκολο για το έμβρυο να εμφυτευτεί στο ενδομήτριο.
Οι γυναίκες που έχουν κύκλο λίγων ημερών είναι πιο επίφοβες για τέτοιου είδους προβλήματα, ειδικά αν το διάστημα μεταξύ της ωορρηξίας και της περιόδου είναι μικρότερο από 12 μέρες.

Η διάγνωση σε αυτές τις περιπτώσεις επιβεβαιώνεται με μια εξέταση αίματος (χαμηλά επίπεδα προγεστερόνης μια εβδομάδα μετά την ωορρηξία) και με μια βιοψία του ενδομητρίου. Σε αυτή την περίπτωση χορηγείται στη γυναίκα προγεστερόνη για τις 2 τελευταίες εβδομάδες του κύκλου.

Ωστόσο, νεότερα δεδομένα υποδηλώνουν πως μερικές φορές τα επίπεδα προγεστερόνης είναι χαμηλά ακριβώς επειδή η ωορρηξία-κύηση δεν εξελίσσεται ομαλά, γιατί υπάρχει δηλαδή κάποιο πρόβλημα.

H χρήση τελευταίας τεχνολογίας μικροσκοπίων με ειδικευμένους φακούς, πολύ μεγαλύτερης μεγέθυνσης σε σχέση με αυτούς που γενικά χρησιμοποιούνται, επιτρέπει την χρήση σπερματοζωαρίων χωρίς μορφολογικές αλλοιώσεις. Οι συγκεκριμένες αλλοιώσεις δεν θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές στο χειριστή στις χαμηλότερες μεγεθύνσεις που χρησιμοποιούνται ευρέως.

Συστήνεται στα ζευγάρια που έχουν υψηλές πιθανότητες να μεταβιβάσουν ένα σοβαρό νόσημα στο παιδί τους ή σε αυτά που έχουν πολλαπλές αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης. Η βιοψία γίνεται την τρίτη ημέρα σχηματισμού του εμβρύου. Το έμβρυο αποτελείται από 6- 8 κύτταρα. Οι επιστήμονες αφαιρούν το ένα κύτταρο, στο οποίο και κάνουν γονιδιακές αναλύσεις (DΝΑ) για να ελέγξουν εάν φέρει κάποιο σοβαρό νόσημα. Σημειώνεται πως η απομάκρυνση του ενός κυττάρου συνήθως δεν επηρεάζει την ανάπτυξη του εμβρύου, καθώς τα υπόλοιπα κύτταρα έχουν την ιδιότητα να αναπληρώσουν το κενό.

Χάρη στην εξέλιξη αυτή, κρυοσυντηρημένος ωοθηκικός ιστός ή ανώριμα ωάρια, που συλλέγονται με παρακέντηση της ωοθήκης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ώριμων ωαρίων στο εργαστήριο.

Η μέθοδος συνίσταται στη βιοψία τεμαχίων ιστού της ωοθήκης, που καταψύχονται με σκοπό να χρησιμοποιηθούν αργότερα. Έτσι, μπορούν να βοηθηθούν π.χ. γυναίκες που πρόκειται να χάσουν τη γονιμότητά τους επειδή θα υποβληθούν σε χημειοθεραπεία. Συνήθως, το ιστοτεμάχιο αποψύχεται και μεταμοσχεύεται στην ίδια τη γυναίκα μετά την αποθεραπεία της και από αυτό μπορούν να παραχθούν ωάρια για εξωσωματική γονιμοποίηση.

Σε αντίθεση με τα έμβρυα, τα ωάρια δύσκολα καταψύχονται και αποψύχοντα επιτυχώς. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν βελτιωθεί οι τεχνικές κατάψυξης και απόψυξης τους, οι οποίες αυξάνουν τα ποσοστά επιβίωσης και γονιμοποίησής τους αργότερα. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι η τεχνική αυτή θα δώσει την ευκαιρία σε πολλές γυναίκες να διαφυλάξουν τη γονιμότητά τους καταψύχοντας τα ωάριά τους, ώστε να τα χρησιμοποιήσουν στο μέλλον. Η κρυοσυντήρηση των ωαρίων, ή αλλιώς υαλοποίηση, πραγματοποιείται στους-196 βαθμούς Κελσίου. Έτσι, τα ωάρια μπορούν να διατηρηθούν για πολλά χρόνια σε υγρό άζωτο. Κατ΄ αυτό τον τρόπο περιορίζεται ο κίνδυνος δημιουργίας στα κύτταρα κρυστάλλων κατά την απόψυξη, που μπορούν να βλάψουν το ωάριο.

Ουσίες και ιχνοστοιχεία που βοηθούν την γυναικεία γονιμότητα είναι η βιταμίνη Ε, η βιταμίνη Α, C, B1, B2, B3, B6, B12, η χολίνη, η ινοσιτόλη, το φυλλικό οξύ, ο ψευδάργυρος, το μαγγάνιο, το ασβέστιο, ο χαλκός, ο σίδηρος, και το σελήνιο. Καμία γυναίκα που σχεδιάζει μία εγκυμοσύνη δεν θα πρέπει να λαμβάνει περισσότερο από 5000 διεθνείς μονάδες βιταμίνης Α σαν συμπλήρωμα, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος γεννητικών δυσμορφιών στο έμβρυο όταν η λήψη της βιταμίνης Α υπερβεί τις μονάδες αυτές.

Μεγάλη καταστροφή στον αριθμό των σπερματοζωαρίων μπορεί να επιφέρουν οι ελεύθερες ρίζες, που προκαλούν βλάβες στις μεμβράνες και το γενετικό υλικό (DNA) του κυττάρου. Τα κύτταρα συνήθως χρησιμοποιούν τα αντιοξειδωτικά, που τα προστατεύουν από αυτές τις αλλαγές. Οι ελεύθερες ρίζες παράγονται ενδογενώς στο σώμα μας αλλά προσλαμβάνονται και από τη διατροφή ή τον τρόπο ζωής (κάπνισμα, αλκοόλ κτλ.) Σημαντικά αντιοξειδωτικά που ενισχύουν την άμυνα του οργανισμού και λαμβάνονται από τη διατροφή είναι τα εξής:

  • Το λυκοπένιο: βρίσκεται σε υψηλή συγκέντρωση στο σπέρμα. Όσο πιο αυξημένη είναι η πρόσληψη λυκοπενίου από τη διατροφή, τόσο αυξάνονται τα ποσοστά του λυκοπενίου στο σπέρμα. Πλούσιες πηγές είναι οι σάλτσες ντομάτας, η κέτσαπ και λιγότερο οι φρέσκιες ντομάτες
  • Βιταμίνες C&E: βελτιώνουν την ποιότητα του σπέρματος περιορίζοντας τη βλάβη στις μεμβράνες. Καλές πηγές βιταμίνης C είναι τα εσπεριδοειδή φρούτα και τα ωμά λαχανικά. Η βιταμίνη Ε απαντάται στις καλής ποιότητας μαργαρίνες και έλαια, στα λιπαρά ψάρια, στους σπόρους και τους ξηρούς καρπούς
  • Σελήνιο: ισχυρό αντιοξειδωτικό που λαμβάνει μέρος σε πλήθος αλυσιδωτών αντιδράσεων ενώ επηρεάζει τα κύτταρα του Leydig που παράγουν τεστοστερόνη στον άνδρα. Έρευνες έδειξαν ότι η χορήγηση σεληνίου σε μορφή συμπληρωμάτων αύξησε την κινητικότητα του σπέρματος καθώς και τις πιθανότητες γονιμοποίησης στους περισσότερους άνδρες. Στη διατροφή μας, το προσλαμβάνουμε από τους ξηρούς καρπούς, το ψάρι και τα ολικής αλέσεως δημητριακά
  • Ψευδάργυρος & φυλλικό οξύ: παίζουν ρόλο στη σύνθεση του DNA και του RNA. Ανεπάρκεια ψευδαργύρου έχει σαν κλινικό σύμπτωμα τη μειωμένη σπερματογένεση και τη μειωμένη γονιμότητα. Ο ψευδάργυρος βρίσκεται στα οστρακοειδή και το ψαχνό κρέας, ενώ το φυλλικό οξύ σε σκουροπράσινα φυλλώδη λαχανικά και σε εμπλουτισμένα δημητριακά.

Ο Νόμος 3305/2005 σχετικά με την εφαρμογή της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής ξεκαθαρίζει αρκετά ζητήματα σχετικά με την εξωσωματική γονιμοποίηση και ορίζει το 50ό έτοςτης ηλικίας ως όριο για να αναζητήσει μια γυναίκα θεραπεία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Υπογονιμότητα ορίζεται ως η αδυναμία πραγματοποίησης κυήσεως, μετά την παρέλευση ενός έτους κανονικών σεξουαλικών σχέσεων. Παράγοντες που επηρεάζουν τη γονιμότητα είναι η συχνότητα των σεξουαλικών επαφών, η ηλικία της γυναίκας, η διάρκεια της υπογονιμότητας, το κάπνισμα, η άσκηση, η δίαιτα, η αλλαγή βάρους, ψυχοσυναισθηματικοί παράμετροι, γενικές παθήσεις, καθώς και η χρήση φαρμάκων.

Ενδείξεις που οδηγούν ένα ζευγάρι σε εξωσωματική γονιμοποίηση είναι:

  1. Σαλπιγγικός παράγοντας (μερική ή ολική απόφραξη σαλπίγγων): Μικρόβια όπως τα χλαμύδια, ο γονόκκοκος, το μυκόπλασμα, το ουρεόπλασμα τα οποία μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή, αποτελούν την κυριότερη αιτία φλεγμονής των σαλπίγγων (σαλπιγγίτιδας) και σε δεύτερο χρόνο απόφραξής τους.
  2. Ανδρικός παράγοντας (διαφορετικού βαθμού και αιτιολογίας): Οι παράγοντες του σπέρματος, ιδιαίτερα η συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων, η κινητικότητα και η μορφολογία τους, επιδεινώνονται συνεχώς στον ανδρικό πληθυσμό στο δυτικό κόσμο τα τελευταία χρόνια. Οι λόγοι είναι κυρίως το κάπνισμα, η αύξηση του «παθητικού» καπνίσματος στο χώρο εργασίας και διασκέδασης, η μόλυνση της ατμόσφαιρας, τα συντηρητικά των τροφίμων, η αλόγιστη χρήση λιπασμάτων που δεν προλαβαίνουν να αποδομηθούν διότι τα φρούτα και τα λαχανικά προωθούνται ταχύτατα στην κατανάλωση. Στα προηγούμενα προστίθενται μεταλλάξεις στο γενετικό υλικό του ανδρικού πληθυσμού από γενιά σε γενιά, που, ενώ δεν προκαλούν εμφανή βλάβη στην υγεία του ατόμου, δημιουργούν βλάβη στη γονιμοποιητική ικανότητα του σπέρματος κατά το ευαίσθητο στάδιο της ωρίμασης αυτού στον όρχι. Ο παράγων άγχος φαίνεται ότι παίζει τον μικρότερο ρόλο στην ανδρική υπογονιμότητα.
  3. Ανωμαλίες ωοθυλακιορρηξίας: Η αδυναμία ρήξης του ωοθυλακίου και απελευθέρωσης του ωαρίου στη μέση του κύκλου της γυναίκας, όπως συμβαίνει συχνά σε γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών αποτελεί συχνό παράγοντα αδυναμίας σύλληψης. Αν η φαρμακευτική αγωγή αποτύχει να αποκαταστήσει τη φυσιολογική ωοθυλακιορρηξία, τότε λύση αποτελεί η εξωσωματική γονιμοποίηση.
  4. Η ηλικία της γυναίκας: Είναι γνωστό πως τα καλύτερης ποιότητας ωάρια είναι διαθέσιμα για γονιμοποίηση νωρίς στην αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας (πριν από την ηλικία των 30 ετών). Όλο περισσότερο απομακρυνόμαστε από αυτό το χρονικό σημείο, τόσο αυξάνουν οι βλάβες στα ωάρια που οι ωοθήκες διαθέτουν για γονιμοποίηση. Αναφέρεται πως στην ηλικία των 40 ετών περισσότερα από τα μισά ωάρια που υπάρχουν ως «εφεδρεία» στις ωοθήκες έχουν χρωμοσωμική βλάβη, άρα είτε εν μπορούν να γονιμοποιηθούν, είτε οδηγούν σε αποβολές του εμβρύου πολύ νωρίς στην κύηση (ιδίως στο πρώτο τρίμηνο).
  5. Ενδομητρίωση: Η συχνότητα της ενδομητρίωσης στο γυναικείο πληθυσμό είναι περίπου 5-6%, αυξάνει αρκετά όμως στον πληθυσμό των γυναικών που δυσκολεύονται να τεκνοποιήσουν (ξεπερνά το 15%).
  6. Ανοσολογικός παράγοντας
  7. Ανεξήγητη υπογονιμότητα

Συνήθως στο 20% των υπογόνιμων ζευγαριών συνυπάρχουν κάποιοι παράγοντες υπογονιμότητας. Απαιτείται από την πλευρά του θεράποντα ιατρού λεπτομερής διερεύνηση όλων των πιθανών αιτίων (όπως προκύπτουν από τη λήψη του ιστορικού και την κλινική εξέταση) προτού το ζευγάρι προχωρήσει σε εξωσωματική γονιμοποίηση.

Κατά το στάδιο της ωοληψίας, η γυναίκα προσέρχεται στη μονάδα σε συγκεκριμένη ώρα, νηστική. Η λήψη των ωαρίων είναι απλή επέμβαση ρουτίνας κατά την οποία τα ωάρια λαμβάνονται διακολπικά υπό άμεσο υπερηχογραφικό έλεγχο. Πραγματοποιείται παρουσία αναισθησιολόγου ο οποίος χορηγεί ήπια αναλγησία ώστε η όλη διαδικασία να είναι ανώδυνη για τη γυναίκα. Γίνεται παρακέντηση όλων των ωοθυλακίων που παρατηρούνται υπερηχογραφικά και το ωοθυλακικό υγρό παραλαμβάνουν οι εμβρυολόγοι για την αναζήτηση και εκτίμηση των ωαρίων. Το στάδιο αυτό διαρκεί περίπου 10-20 λεπτά. Η γυναίκα μεταφέρεται σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο για να ανανήψει. Το ζευγάρι μετά από 1 περίπου ώρα είναι έτοιμο να φύγει.

Στους άνδρες, η γονιμότητα δεν παρουσιάζει τις δραματικές αλλαγές που παρατηρούνται στις γυναίκες. Όμως, υπάρχει μια ήπια σταδιακή μείωση των επιπέδων της τεστοστερόνης. Η ηλικία έναρξης της μείωσης και η ταχύτητα εξέλιξης της διαφέρουν από άνδρα σε άνδρα. Μετά την ηλικία όμως των 50 ετών, στους περισσότερους άνδρες η μείωση είναι αισθητή. Στην ηλικία αυτή, η ποσότητα του σπέρματος μειώνεται, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι μειώνεται σε σημείο τέτοιο που να μην επιτρέπει την τεκνοποίηση. Oι άνδρες ουσιαστικά θα έχουν πάντοτε σπέρμα.

Τα κύρια αίτια γυναικείας υπογονιμότητας με βάση διεθνείς αναφορές περιγράφονται παρακάτω:

  • Διαταραχές της ωοθυλακιορρηξίας (15-20%)
  • Διαταραχές της λειτουργίας των σαλπίγγων (20%)
  • Ενδομητρίωση (10%)
  • Ανεξήγητη υπογονιμότητα (20-25%)

Το σημαντικότερο κριτήριο για την επιλογή του κέντρου εξωσωματικής γονιμοποίησης είναι η εμπιστοσύνη που εμπνέουν οι γιατροί και οι συνεργάτες του. Η σχέση με το θεράποντα ιατρό είναι ιδιαίτερη και για το λόγο αυτό πρέπει να εμπνέει ασφάλεια. Επίσης η εικόνα από τη λειτουργία του κέντρου, η άνεση και η τήρηση των κανόνων υγιεινής είναι εξίσου σημαντικά. Η φιλική συμπεριφορά του προσωπικού, σε συνδυασμό με την ακρίβεια και τη σωστή αντιμετώπιση κάθε προβλήματος ή απορίας που έχει το ζευγάρι είναι ενδεικτικά της επαγγελματικότητας του κέντρου. Η αποτελεσματικότητα που μεταφράζεται σε ποσοστά επιτυχίας και ο αριθμό των κύκλων ανά έτος, καθώς και το κόστος της θεραπείας είναι καθοριστικά για την επιλογή του καλύτερου κέντρου εξωσωματικής.

Φυσιολογικά, ο ενδομητρικός ιστός καλύπτει τα εσωτερικά τοιχώματα της μήτρας και αποτελεί το φιλόξενο έδαφος πάνω στο οποίο θα εμφυτευθεί το έμβρυο σε περίπτωση εγκυμοσύνης. Γι’ αυτό και κάθε μήνα ο ιστός αυξάνει σε πάχος, υπό την επίδραση ορμονών, προκειμένου να συγκρατήσει το γονιμοποιημένο ωάριο. Στην περίπτωση που δεν υπάρξει κύηση, ο ιστός αποβάλλεται με το αίμα της εμμήνου ρύσεως.

Στην ενδομητρίωση, ο ιστός εντοπίζεται και σε άλλα σημεία του αναπαραγωγικού συστήματος, εκτός της μήτρας. Ωστόσο, εξακολουθεί να συμπεριφέρεται όπως και όταν βρίσκεται στη φυσιολογική του θέση. Διογκώνεται δηλαδή και στη συνέχεια πρέπει να αποβληθεί με τη μορφή αίματος. Όμως, λόγω της μη φυσιολογικής του θέσης, δεν μπορεί να αποβληθεί, επειδή δεν υπάρχει η κατάλληλη δίοδος. Κατά συνέπεια, το αίμα συσσωρεύεται μέσα στο σώμα και γίνεται εστία φλεγμονών και συμφύσεων, οι οποίες «πλέκονται» γύρω από τα αναπαραγωγικά όργανα. Επίσης, δημιουργούνται κύστεις (σοκολατοειδείς ¬κύστες στις ωοθήκες).

Ο γιατρός είναι σε θέση να υποψιαστεί την ύπαρξη ενδομητρίωσης από τα συμπτώματα για τα οποία παραπονιέται η γυναίκα, όπως πόνος στην κοιλιά, πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή, δυσκολία σύλληψης. Ωστόσο, η οριστική διάγνωση γίνεται μόνο με λαπαροσκόπηση (που απαιτεί ολική νάρκωση), χάρη στην οποία διαπιστώνεται η έκταση των ενδομητρικών εστιών, οπότε η πάθηση χαρακτηρίζεται ήπια, μέτρια ή σοβαρή.

Ο λεγόμενος έκτοπος ενδομητρικός ιστός είναι «εχθρικός» για το σπέρμα, ενώ μπορεί να αποφράξει τις σάλπιγγες, δυσκολεύοντας τη σύλληψη. Η ενδομητρίωση είναι πιθανό -αλλά όχι βέβαιο- να επηρεάσει τη γονιμότητα. Εκτιμάται ότι το 15-25% των υπογόνιμων γυναικών έχουν ενδομητρίωση, καθώς και ότι το 20-66% των γυναικών με ενδομητρίωση θα έχουν πρόβλημα υπογονιμότητας. Από τα ποσοστά αυτά καθίσταται σαφές ότι η ενδομητρίωση δεν συνεπάγεται στειρότητα. Μάλιστα, οι γυναικολόγοι αναφέρουν ότι πολλές γυναίκες με ενδομητρίωση μπορούν να συλλάβουν χωρίς θεραπεία. Η ενδεχόμενη εγκυμοσύνη «ηρεμεί» τις εστίες ενδομητρίωσης, δεδομένου ότι τις καθιστά ανενεργές για διάστημα τουλάχιστον 9 μηνών.

Ως υπογονιμότητα ορίζεται η ακούσια αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει σύλληψη και να ολοκληρώσει κύηση μετά από τουλάχιστον ένα έτος τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισύλληψη. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, η υπογονιμότητα αποτελεί πάθηση, η οποία χρήζει ιατρικής αντιμετώπισης.

Πρωτοπαθής υπογονιμότητα χαρακτηρίζεται η αδυναμία ενός άτεκνου ζευγαριού να κάνει παιδιά για πρώτη φορά,
ενώ ζευγάρια που έχουν ήδη συλλάβει στο παρελθόν και έχουν τεκνοποιήσει ή έχουν κάνει άμβλωση και αντιμετωπίζουν μεγάλη δυσκολία στο να επιτύχουν επόμενη κύηση, θεωρείται ότι έχουν δευτεροπαθή υπογονιμότητα.

Το κόστος θεραπείας ενός κύκλου υποβοηθούμενης αναπαραγωγής απαρτίζεται από το κόστος της ιατρικής πράξης και από το κόστος της φαρμακευτικής αγωγής. Παρόλ’ αυτά δεν είναι σταθερό, αλλά επηρεάζεται από διάφορες παραμέτρους, όπως:

  1. Το αίτιο υπογονιμότητας του ζευγαριού, σύμφωνα με το οποίο θα επιλεγεί η κατάλληλη τεχνική υποβοήθησης της αναπαραγωγής.
  2. Το είδος και οι δόσεις των φαρμάκων που θα χρησιμοποιηθούν που επηρεάζονται με τη σειρά τους από διάφορες παραμέτρους, όπως η ηλικία της γυναίκας, η ανταπόκρισή της στη φαρμακοθεραπεία σε προηγούμενες προσπάθειες, κ.λπ.

Το κόστος κάθε θεραπείας είναι διαφορετικό, όπως και η τιμή της ίδιας θεραπείας σε διαφορετικά κέντρα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Σίγουρα, το κόστος αποτελεί σημαντικό παράγοντα, αφού μπορεί να εξασφαλίσει ακόμη και περισσότερες προσπάθειες, σε περίπτωση αποτυχίας, κάτι που πρέπει να έχουν κατά νου τα ζευγάρια, αφού κανένα κέντρο στον κόσμο δεν έχει ποσοστό επιτυχίας 100%. Η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι εξ’ ορισμού μια ακριβή θεραπεία, καθώς, αποτελεί διαδικασία υψηλής τεχνολογίας που απαιτεί τη συνεργασία πολλών ειδικών και ακριβού εξοπλισμού.

Η γονιμότητα είναι συνήθως ο καθρέφτης της γενικότερης υγείας. Εάν ένας άνδρας έχει μια υγιεινή ζωή και διατροφή οι πιθανότητες να έχει φυσιολογικό σπέρμα είναι μεγάλες, αρκεί να μην έχει υποστεί στο παρελθόν μόνιμες βλάβες στα όργανα παραγωγής του σπέρματος εξ αιτίας τραυματισμών ή φλεγμονών και να μην έχει γεννηθεί με δομικές ή λειτουργικές βλάβες που εμποδίζουν την παραγωγή φυσιολογικού σπέρματος. Μερικά αίτια ανδρικής υπογονιμότητας είναι τα εξής:

  • Κάπνισμα: Επηρεάζει σημαντικά τον αριθμό ανά κυβικό εκατοστό αλλά και τον χρόνο ζωής των σπερματοζωαρίων
  • Οινοπνευματώδη
  • Χρήση ναρκωτικών ουσιών
  • Χρήση αναβολικών στεροειδών
  • Υπερβολική άσκηση:  Αυξάνει η έκκριση επινεφριδιακών στεροιδικών ορμονών οι οποίες μειώνουν την έκκριση τεστοστερόνης. Η μειωμένη έκκριση τεστοστερόνης οδηγεί σε μείωση της παραγωγής σπερματοζωαρίων.
  • Μειωμένη λήψη βιταμίνης C και ψευδαργύρου με την τροφή
  • Κακή διατροφή
  • Λήψη διαφόρων αντιβιοτικών
  • Λήψη χημειοθεραπευτικών φαρμάκων
  • Κιρσοκήλη: Διάταση των φλεβών που φεύγουν από τον όρχι προκαλεί άνοδο της θερμοκρασίας του και αυτό επηρεάζει το αριθμό την κινητικότητα και την ζωτικότητα των σπερματοζωαρίων.
  • Φλεγμονές στα επιμέρους αναπαραγωγικά όργανα όπως προστατίτιδα, επιδιδυμίτιδα και ορχίτιδα
  • Φλεγμονές που επηρεάζουν τους όρχεις όπως παρωτίτιδα μετά την εφηβεία
  • Υψηλός πυρετός για μεγάλο χρονικό διάστημα
  • Πολύ ζεστό μπάνιο, πολύ στενά εσώρουχα ή παντελόνια
  • Σάουνα και κάθε τι που προκαλεί αύξηση της θερμοκρασίας του όσχεου, όπως εργασία σε φούρνους και θερμό περιβάλλον χωρίς τοπική προστασία των γεννητικών οργάνων.
  • Έκθεση σε επικίνδυνο περιβάλλον όπως ακτινοβολίες, επιδημίες, χρώματα, μόλυβδο, ιώδιο, βενζίνη, βόριο, βαρέα μέταλλα και τοξικά χημικά αλλά και απόβλητα
  • Τραυματισμοί και επεμβάσεις στους όρχεις
  • Εκ γενετής απόφραξη ή ανατομική δυσπλασία του σπερματικού πόρου καθώς και κρυψορχία
  • Καταστροφή των σπερματικών πόρων από σεξουαλικά μεταδιδόμενες φλεγμονές όπως βλεννόρροια ή χλαμύδια.
  • Χρωμoσωματικές διαταραχές
  • Μεγάλη σεξουαλική αποχή επηρεάζει αρνητικά την γονιμότητα, σεξουαλική επαφή με μεσοδιάστημα 3 έως 6 μέρες θεωρείται ότι βελτιώνει το σπέρμα
  • Έντονο stress

Χάρη στην εξέλιξη των τεχνικών της εξωσωματικής γονιμοποίησης, τα ποσοστά επιτυχίας φτάνουν κατά μέσο όρο στο 20-30% ανά προσπάθεια. Ωστόσο, πολλοί παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, όπως:

  • Η ηλικία της γυναίκας: Μετά τα 40, η πιθανότητα επιτυχίας της μεθόδου μειώνεται στο 10-15%, στα 42-43 είναι μονοψήφια, ενώ μετά τα 45 σχεδόν μηδενίζεται.
  • Το ενδοµήτριο: Εάν είναι λεπτό, το έμβρυο δυσκολεύεται να «κολλήσει» στο τοίχωμα της μήτρας.
  • Τα περιττά κιλά: Ο παράγοντας αυτός μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανταπόκριση στη φαρμακευτική διέγερση των ωοθηκών.
  • Διάφορες µεταβολικές διαταραχές (π.χ. θυρεοειδοπάθειες): Μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς την έκβαση της προσπάθειας.

Το θέμα της ασφάλειας της δωρεάς ωαρίων έχει εκτενέστατα μελετηθεί και απασχολήσει το σύνολο του ιατρικού κόσμου που ασχολείται με την υπογονιμότητα. Έως τώρα δεν έχει καταγραφεί αυξημένος κίνδυνος και επιβάρυνση της υγείας των υπογόνιμων γυναικών. Πιθανόν όμως να υπάρξουν παρενέργειες στις δότριες ωαρίων. Mία στις τρεις γυναίκες που κάνουν ορμονοθεραπεία μπορεί να παρουσιάσει ήπια υπερδιέγερση των ωοθηκών (οι ωοθήκες υπερπαράγουν οιστρογόνα και υγρά) που εκδηλώνεται με ελαφρύ πρήξιμο στην κοιλιά και συνήθως υποχωρεί μόνη της. Aν η υπερδιέγερση είναι μεγαλύτερης έντασης χρειάζεται παρακολούθηση και ανάπαυση, ενώ αν είναι βαριάς μορφής απαιτείται νοσηλεία. Σύμφωνα με μελέτες που έχουν γίνει διεθνώς δεν υπάρχει στατιστικά αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου στο μαστό, στη μήτρα ή στις ωοθήκες για τις γυναίκες που κάνουν ορμονοθεραπεία στο πλαίσιο της εξωσωματικής. Ωστόσο, συνιστάται ο ιατρικός έλεγχος τόσο τον επόμενο χρόνο μετά τη θεραπεία, όσο και πριν από μία προσπάθεια εξωσωματικής.